Ιούλιος 2015

Διασφάλιση ποιότητας επιφανειακών υδάτων

Το νερό, πολύτιμος φυσικός πόρος, που απαντάται παντού, από τα σύννεφα και τους ωκεανούς, τους πάγους των πόλων της γης και το υπέδαφος μέχρι τον άνθρωπο, συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση της καλής υγείας του ανθρώπου. Το νερό, παρότι ανανεώνεται διαρκώς, έχει περιορισμένη διαθέσιμη ποσότητα, η οποία μειώνεται περαιτέρω λόγω της ρύπανσής του από ανθρωπογενείς δραστηριότητες (αστικές, βιομηχανικές, γεωργικές).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους προστασίας και διατήρησης του υδάτινου περιβάλλοντος στην Κοινότητα διαμόρφωσε την Οδηγία Πλαίσιο 2000/60, που θεσπίζει τις βασικές αρχές μιας βιώσιμης πολιτικής των υδάτων στην Ε.Ε. Η Ελλάδα, μια από τις χώρες της Ε.Ε. με μεγάλη πολιτιστική, αλλά και βιολογική ποικιλότητα, οφείλει να στηρίξει μια πολιτική αποτελεσματικής προστασίας και ορθολογικής διαχείρισης για την αξιοποίηση των πολύτιμων υδατικών μας πόρων.

Βάσει των στοιχείων της τεχνικής έκθεσης με τίτλο «Ποιότητα επιφανειακών και υπόγειων υδάτων της χώρας: περίοδος αναφοράς 2000 2008» της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων (Ε.Γ.Υ.) προκύπτει ότι για τα επιφανειακά ύδατα[1] το 64% (2007) και το 55% (2008) των θέσεων δειγματοληψίας ταξινομείται σε καλή χημική κατάσταση, ενώ στο υπόλοιπο 36% (2007) και το 45% (2008)[2] η χημική κατάσταση διαφαίνεται κατώτερη της καλής.

Η ποιότητα των νερών κολύμβησης στην Ελλάδα παρακολουθείται συστηματικά από το Υπ. Υγείας μέσω των Περιφερειακών Ενοτήτων και στο πλαίσιο του «Προγράμματος παρακολούθησης ποιότητας νερών κολύμβησης στις ακτές της Ελλάδας» από την Ε.Γ.Υ.από το 1988, σε συμμόρφωση πλέον με 2006/7/ΕΚ.Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, το 97% των περιοχών κολύμβησης στη χώρα μας για το 2014 είναι εξαιρετικής ποιότητας. Το ποσοστό αυτό μας φέρνει στην τέταρτη θέση στην Ε.Ε., με τις πρώτες τρεις χώρες όμως να διαθέτουν σαφώς λιγότερα (Κύπρος), ελάχιστα (Μάλτα) σημεία κολύμβησης ή απλώς λίμνες και ποτάμια (όπως το Λουξεμβούργο).

[1]. Εσωτερικά, μεταβατικά και παράκτια ύδατα κατά τους ορισμούς που δίδονται στην οδηγία 2000/60

[2]. Οι ως άνω διαφοροποιήσεις μεταξύ των ετών 2007 και 2008, δεν ερμηνεύονται αναγκαστικά ως επιδείνωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των υδάτινων σωμάτων της χώρας το 2008 σε σχέση με το 2007, καθώς τα όρια ανίχνευσης και ποσοτικού προσδιορισμού των αναλυτικών μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν είναι αρκετά χαμηλότερα των αντίστοιχων που χρησιμοποιήθηκαν το 2007.

Βασιλική Ευθ. Καραούλη, Υγιειονολόγος Μηχανικός, Δ/ντρια Δημόσιας Υγείας, Υπ. Υγείας


Περιεχόμενα:

 

Το ενημερωτικό δελτίο σε μορφή pdf.