Μικροβιολογικός έλεγχος κολυμβητικών δεξαμενών

Κολυμβητική δεξαμενή ή κολυμβητήριο καλείται κάθε τεχνητή δεξαμενή, η οποία τροφοδοτείται από νερό κατάλληλης πηγής υδροληψίας και η οποία χρησιμοποιείται για ομαδική κολύμβηση και αναψυχή. Η μικροβιολογική, χημική και φυσική ποιότητα του νερού της κολυμβητικής δεξαμενής καθορίζεται από:

  • την πηγή προέλευσης του νερού και τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του
  • τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της
  • τα λειτουργικά της χαρακτηριστικά, δηλαδή τη σκοπιμότητα χρήσης, τους τρόπους χρήσης της και το είδος των χρηστών

Σχετικά με τους τρόπους χρήσης και το είδος των χρηστών, η ποιότητα του νερού επηρεάζεται από:

  • το σύνολο των ωρών που χρησιμοποιείται η δεξαμενή καθημερινά
  • την περίοδο κολυμβητικής αιχμής
  • το συνολικό αριθμό των χρηστών
  • την ηλικία των χρηστών (τα παιδιά και τα βρέφη δε συμμορφώνονται εύκολα στους κανόνες υγιεινής).

Η μόλυνση στις κολυμβητικές δεξαμενές μπορεί να προέρχεται από το περιβάλλον της δεξαμενής και τον αέρα, κυρίως για κλειστού τύπου δεξαμενές, από το νερό παροχής, αλλά κυρίως από τους λουόμενους. Οι τελευταίοι μπορούν να μολύνουν την κολυμβητική δεξαμενή με ούρα, εκκρίσεις από τη μύτη, σάλιο, ιδρώτα, δέρμα, τρίχες και νεκρά κύτταρα, καθώς και ίχνη κοπράνων. Η επιβάρυνση αυτή μπορεί να είναι σημαντική αν σκεφτεί κανείς ότι κάθε μέρα ένας ενήλικας παράγει 1 λίτρο ιδρώτα, αποβάλλει 1 δις νεκρών κυττάρων και 38 γραμμάρια λίπους από το δέρμα του, ενώ κάθε κολυμβητής απελευθερώνει στο νερό της δεξαμενής 2×108 μικροοργανισμούς που προέρχονται από το δέρμα [1].

Γίνεται κατανοητό, βάσει των παραπάνω, ότι ένα πλήθος μικροοργανισμών μπορεί να βρεθεί στις κολυμβητικές δεξαμενές και σε παρόμοια υδάτινα περιβάλλοντα αναψυχής και διακρίνονται σε αυτούς που είναι κοπρανώδους προέλευσης και μη-κοπρανώδους προέλευσης.

Μικροοργανισμοί κοπρανώδους προέλευσης είναι διάφοροι ιοί (αδενοϊοί, εντεροϊοί, ιός ηπατίτιδας Α, νοροϊοί), βακτήρια (Shigella spp., E.coli O157) και πρωτόζωα (κρυπτοσπορίδιο, γιάρδια), ενώ μικροοργανισμοί μη-κοπρανώδους προέλευσης είναι διάφορα βακτήρια (Legionella spp., Pseudomonas spp., Mycobacterium spp., Leptospira spp., Staphylococcus aureus), ιοί (αδενοϊοί, ιοί των θηλωμάτων, ιός της μολυσματικής τερμίνθου), πρωτόζωα (Naegleria fowleri, Acanthamoeba spp., Plasmodium spp.) και μύκητες (Trichophyton spp., Epidermophyton floccosum) [2].

Οι ανωτέρω μικροοργανισμοί μπορούν να προκαλέσουν λοιμώξεις στους λουόμενους μέσω α) κατάποσης μολυσμένου νερού και εκδήλωσης γαστρεντερικών λοιμώξεων, β) επαφής δέρματος και βλεννογόνων ή τραυμάτων και αμυχών με μολυσμένο νερό και εμφάνιση λοιμώξεων δέρματος, βλεννογόνων, ματιών, αυτιών αλλά και ΚΝΣ και γ) εισπνοής μολυσμένων υδατοσταγονιδίων με εκδήλωση οξείας αναπνευστικής λοίμωξης.

Σε πρόσφατη ανασκόπηση του CDC σχετικά με τις υδατογενείς λοιμώξεις οφειλόμενες σε ύδατα αναψυχής που επεξεργάζονταν (κολυμβητικές δεξαμενές, θερμά λουτρά, spas), καταγράφηκαν κατά τα έτη 2011-2012 69 επιδημίες με τουλάχιστον 1309 κρούσματα, 73 νοσηλείες και έναν θάνατο. Το 61% των επιδημιών αυτών καταγράφηκαν τους καλοκαιρινούς μήνες (Ιούνιος – Αύγουστος), ενώ το συχνότερο μικροβιακό αίτιο ήταν το Cryptosporidium spp. (52%), και ακολουθούσαν Legionella spp., E.coli O157:H7, Norovirus, Pseudomonas aeruginosa, Giardia intestinalis και Shigella sonnei [3].

O έλεγχος ρουτίνας για πιθανούς μικροβιολογικούς κινδύνους διενεργείται μέσω μικροβίων «δεικτών» και όχι αναζητώντας συγκεκριμένους παθογόνους μικροοργανισμούς. Αυτό συμβαίνει διότι τα μικρόβια «δείκτες» είναι πιο εύκολο να απομονωθούν και να απαριθμηθούν και αναμένεται να είναι σε μεγαλύτερους αριθμούς από τα παθογόνα.

Η μικροβιολογική ποιότητα του ύδατος των κολυμβητικών δεξαμενών στη χώρα μας καθορίζεται από την υπ’ αριθμ. Γ1/443/73 (ΦΕΚ 87/ Β’/1973) Υγ. Διάταξη «Περί κολυμβητικών δεξαμενών μετά οδηγιών κατασκευής και λειτουργίας αυτών», όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. Γ4/1150/76 (ΦΕΚ 937/ Β’/1976) Υγ. Διάταξη και την Υ.Α. ΔΥΓ2/80825/05/2006 (ΦΕΚ 120/ Β’/2006).

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη υγειονομική διάταξη:

  1. Ο αριθμός των συνολικά αναπτυσσόμενων αποικιών μικροβίων σε άγαρ μετά από επώαση στους 37°C επί 24 ώρες δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 200 ανά ml ύδατος.
  2. Ο αριθμός των κολοβακτηριοειδών δεν πρέπει να είναι ανώτερος των 15 ανά 100 ml ύδατος.
  3. Κανένα κολοβακτηρίδιο (E.coli) δεν πρέπει να περιέχεται σε 100 ml ύδατος.

Η συχνότητα ελέγχου της μικροβιολογικής ποιότητας του νερού, όπως καθορίζεται από την Ελληνική νομοθεσία, είναι ένα δείγμα την εβδομάδα.

Ο έλεγχος μικροβίων «δεικτών» συστήνεται και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), όπως συγκεκριμένα περιγράφεται στην Κατευθυντήρια Οδηγία “Guidelines for safe recreational water environments, Volume 2, Swimming pool sand similar environments, 2006”. Ο WHO όμως δεν απαιτεί μετρήσεις ολικών κολοβακτηριοειδών όπως η Ελληνική νομοθεσία, αλλά εκτός από τον συνολικό αριθμό αναπτυσσόμενων αποικιών μικροβίων (που δεν πρέπει ομοίως να ξεπερνά τις 200/ml νερού μετά από επώαση στους 37°C επί 24 ώρες) και τα κοπρανώδη κολοβακτηριοειδή (E. coli) (που δεν πρέπει να υπάρχουν καθόλου στα 100 ml νερού) απαιτεί μετρήσεις για Pseudomonas aeruginosa (<1cfu/100 ml), Legionella spp. (<1cfu/100 ml) και S. aureus (<100cfu/100 ml).

 

Ο περιοδικός έλεγχος για Pseudomonas aeruginosa και Legionella spp. είναι χρήσιμος κυρίως για θερμαινόμενες δεξαμενές υδρομάλαξης, ενώ ο έλεγχος για S. aureus δε συστήνεται στο πλαίσιο του ελέγχου ρουτίνας, αλλά κυρίως ως μέρος μιας ευρύτερης έρευνας σχετικά με την ποιότητα του νερού, όταν υπάρχει υποψία προβλημάτων υγείας που σχετίζονται με την κολυμβητική δεξαμενή.

Τονίζεται ωστόσο ότι η απουσία των μικροοργανισμών «δεικτών» δεν εγγυάται την ασφάλεια, καθώς ορισμένα παθογόνα είναι πιο ανθεκτικά στις μεθόδους απολύμανσης σε σχέση με τα μικρόβια «δείκτες», και δεν υπάρχει ο ιδανικός μικροοργανισμός «δείκτης». Για αυτό το λόγο, σε περιπτώσεις διερεύνησης μιας συρροής κρουσμάτων υδατογενούς αιτιολογίας σε κολυμβητική δεξαμενή, απαιτείται και η ανίχνευση ειδικών παθογόνων (π.χ. ιών, πρωτοζώων).

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι υπάρχει μικρός κίνδυνος μικροβιακής μόλυνσης και πρόκλησης ασθένειας σε μια κολυμβητική δεξαμενή που διαχειρίζεται κατάλληλα, με επαρκή συγκέντρωση υπολειμματικού απολυμαντικού, κατάλληλο pH, φίλτρα που λειτουργούν αποτελεσματικά και συχνή παρακολούθηση των μη μικροβιακών παραμέτρων (θερμοκρασία, υπολειμματικό απολυμαντικό, pH). Παρ’ όλα αυτά δείγματα νερού των κολυμβητικών δεξαμενών θα πρέπει να ελέγχονται σε τακτά χρονικά διαστήματα για μικροβιολογικές παραμέτρους. Οι δοκιμές αυτές δεν εγγυώνται τη μικροβιακή ασφάλεια, αλλά χρησιμεύουν για να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που λαμβάνονται.

Βιβλιογραφία
  1. Μικροβιολογία & επιδημιολογία νερού, θεωρία και τεχνικές. Α. Μαυρίδου, Α. Βανταράκης, Μ. Α. Ευστρατίου, Μ. Αρβανιτίδου-Βαγιωνά. Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης, Δεκέμβριος 2014.
  2. WHO. Guidelines for safe recreational water environments, Volume 2, Swimming pools and similar environments, 2006.
  3. CDC. Outbreaks of Illness Associated with Recreational Water — United States, 2011–2012. MMWR 2015;64(24):668-672.

Δρ. Ι. Σπηλιοπούλου, Ιατρός Βιοπαθολόγος, ΕπικεφαλήςΤμήματος Νερών & Τεχνικός Υπεύθυνος ΚΕΔΥ
Α. Θεοφίλου, Τεχνολόγος Ιατρικών εργαστηρίων,MSc, Υπεύθυνη Ποιότητας ΚΕΔΥ