Νέα από τη διεθνή βιβλιογραφία, Μάιος 2016

Fischer D(1), Thomas SM, Neteler M, Tjaden NB, Beierkuhnlein C. Climatic suitability of Aedes albopictus in Europe referring to climate change projections: comparison of mechanistic and correlative niche modelling approaches.  Euro Surveill. 2014 Feb 13;19(6).


 

Το ασιατικό κουνούπι-τίγρης, Aedes albopictus, είναι ικανό να μεταδώσει ένα ευρύ φάσμα ιών στον άνθρωπο. Από την εισαγωγή του στο τέλος του 20ου αιώνα, έχει εδραιωθεί καλά σε μεγάλα τμήματα της νότιας Ευρώπης.

Έχει ενδιαφέρον ο προσδιορισμός της σύγχρονης και μελλοντικής συμβατότητας του Aedes albopictus με τις κλιματικές συνθήκες στην Ευρώπη, αφού η μελλοντική επέκταση του κουνουπιού αυτού λόγω των κλιματικών αλλαγών θεωρείται αναμενόμενη.

Αρκετές μελέτες έχουν προσπαθήσει να ανιχνεύσουν το δυναμικό ενδιαίτημα για το είδος αυτό, αλλά οι διαφορετικές πηγές δεδομένων και προσεγγίσεις με διαφορετικά μοντέλα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των ευρημάτων. Στη μελέτη συγκρίνονται μεταξύ τους οι μεθοδολογίες διαφορετικών μοντέλων με ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία του μοντέλου και στο σχεδιασμό των μελετών αυτών.

Οι προσεγγίσεις και οι αλγόριθμοι για τις χωροχρονικές τάσεις στον 21ο αιώνα διαφέρουν ουσιαστικά.

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι χωρικά χαρακτηριστικά όπως πύλες εισαγωγής και μονοπάτια διασποράς πρέπει να ληφθούν υπόψη. Εργαστηριακά  πειράματα για τη μελέτη των κλιματικών περιορισμών του κουνουπιού απαιτούνται για  ακριβέστερα συμπεράσματα. Ωστόσο, η κύρια πηγή αβεβαιότητας παραμένει η ανεπαρκη γνώση σχετικά με την ικανότητα του διαβιβαστή να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες.

 


Piperaki ET(1), Daikos GL(2). Malaria in Europe: emerging threat or minor nuisance? Clin Microbiol Infect. 2016 May 10.


 

Η ελονοσία έχει εξαλειφθεί από την Ευρώπη στη δεκαετία του 1970 μέσα από ένα συνδυασμό εντομοκτόνων ψεκασμών, φαρμακευτικής θεραπείας και περιβαλλοντικής μηχανικής. Από τότε, εισάγεται στην ήπειρο κυρίως από διεθνείς ταξιδιώτες και μετανάστες από ενδημικές περιοχές. Παρά τον σημαντικό αριθμό των εισαγόμενων κρουσμάτων ελονοσίας και την τεκμηριωμένη παρουσία των κατάλληλων διαβιαστών του γένους ανωφελής, αυτόχθονη μετάδοση δεν έχει παρατηρηθεί ευρέως στην Ευρώπη, πιθανώς ως αποτέλεσμα της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας, που παρέχεται από αποτελεσματικά συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Οι τρέχουσες κλιματικές συνθήκες ευνοούν την μετάδοση της ελονοσίας σε διάφορες περιοχές της Νότιας Ευρώπης, και η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να ευνοήσει τον πολλαπλασιασμό των κουνουπιών και την ανάπτυξη του παρασίτου, διευκολύνοντας την περαιτέρω μετάδοση της ελονοσίας. Επιπλέον, η συνεχιζόμενη μαζική εισροή των προσφύγων και των μεταναστών  από ενδημικές περιοχές θα μπορούσαν να συμβάλουν στην οικοδόμηση μιας μολυσματικής δεξαμενής του παρασίτου. Αν και η δυνατότητα της Ευρώπης να εμφανίσει εγγενή μετάδοση της λοίμωξης είναι χαμηλή, ιδιαίτερα στις βόρειες και δυτικές περιοχές της ηπείρου, η ενίσχυση της επιτήρησης της νόσου και η διατήρηση ισχυρών υποδομών δημόσιας υγείας για την επιτήρηση και έλεγχο των διαβιβαστών της είναι υψίστης σημασίας και θα πρέπει να είναι τεχνολογικά και οικονομικά υποστηριζόμενη, ώστε να αποτρέψουν τη δυνατότητα μετάδοσης της ελονοσίας στις πιο ευάλωτες περιοχές της Ευρώπης.

Δρ Ρεγγίνα Βώρου, Ιατρός Βιοπαθολόγος, DTM&H (Lond 2001), Γραφείο
Στρατηγικού Σχεδιασμού και Πολιτικής, ΚΕΕΛΠΝΟ