Νέα από τη διεθνή βιβλιογραφία, Μάρτιος 2016

Παράγοντες που σχετίζονται με την κακή έκβαση ενηλίκων ασθενών που νοσηλεύτηκαν με γρίπη στη Γαλλία: Μία τριετής προοπτική πολυκεντρική μελέτη

Εισαγωγή:

Η γρίπη μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσο και θάνατο, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και σε ομάδες υψηλού κινδύνου.

 

Σκοπός:

Σκοπός της μελέτης ήταν να προσδιορίσει παράγοντες που σχετίζονται με την κακή έκβαση σε ενήλικες νοσηλευόμενους ασθενείς με εργαστηριακά επιβεβαιωμένη γρίπη, στη Γαλλία.

 

Μέθοδος:

Το δείγμα της προοπτικής πολυκεντρικής μελέτης αποτέλεσαν ασθενείς νοσηλευόμενοι για γρίπη σε νοσοκομεία της Γαλλίας, κατά τη διάρκεια τριών συνεχόμενων περιόδων εποχικής γρίπης (2012-2015). Η λοίμωξη από ιό γρίπης επιβεβαιωνόταν με τη μέθοδο της RT-PCR. Δημογραφικές, κοινωνικές και κλινικές μεταβλητές συσχετίστηκαν με τον τύπο και τον υπότυπο του ιού. Παράγοντες κινδύνου για επιπλοκές, εισαγωγή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ή θάνατο, αναλύθηκαν με λογιστική παλινδρόμηση κατά στάδια.

 

Αποτελέσματα:

Τον πληθυσμό της μελέτης αποτέλεσαν 566 ασθενείς από τους οποίους το 56% ήταν > 65 ετών και το 82% είχε χρόνιο υποκείμενο νόσημα. 422 ασθενείς (75%) νόσησαν από γρίπη τύπου Α. Ο υπότυπος ΑΗ3Ν2 εντοπίστηκε σε 239 ασθενείς (57%). Το 38% του πληθυσμού της μελέτης είχε εμβολιαστεί με το εμβόλιο της εποχικής γρίπης. Επιπλοκές εμφάνισαν 255 ασθενείς (45%). Οι επιπλοκές ήταν κυρίως: πνευμονία (n=143, 30%) και αναπνευστική ανεπάρκεια (n=116, 20%). 83 ασθενείς (15%) εισήχθησαν στη ΜΕΘ και η θνητότητα των νοσηλευόμενων για γρίπη ήταν 4% (n=21). 66 ασθενείς (12%) έλαβαν οσελταμιβίρη. Η ηλικία άνω των 65 ετών ήταν ο μόνος παράγοντας κινδύνου που συσχετίστηκε με επιπλοκές. Παράγοντες κινδύνου για εισαγωγή στη ΜΕΘ ήταν ο μη εμβολιασμός για γρίπη, η μη χορήγηση οσελταμιβίρης πριν την εισαγωγή στη ΜΕΘ, η προϋπάρχουσα χρόνια αναπνευστική νόσος και το ενεργό κάπνισμα. Η ηλικία άνω των 65 ετών και η εισαγωγή στη ΜΕΘ ήταν παράγοντες κινδύνου για θάνατο.

 

Συμπεράσματα:

Ηλικιωμένα άτομα και ασθενείς με υποκείμενα νοσήματα είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση επιπλοκών από τη γρίπη. Ο εμβολιασμός και η έγκαιρη χορήγηση οσελταμιβίρης, μέτρα τα οποία συνιστώνται για αυτές τις ομάδες ασθενών, φαίνεται να μειώνουν την πιθανότητα τις εισαγωγής στη ΜΕΘ.

 

Πηγή: J ClinVirol.2016 Apr 12;79:68-73.

Τίτλοςάρθρου: Factors associated with poor outcomes among adults hospitalized for influenza in France: A three-year prospective multicenter study.

Loubet Pet al.

 

 


Ι-ΜΟVE πολυκεντρική μελέτη ασθενών – μαρτύρων 2010/11 έως 2014/15. Υπάρχει μειούμενη αποτελεσματικότητα του εμβολίου της γρίπης έναντι συγκεκριμένων τύπων και υπότυπων του ιού κατά τη διάρκεια της περιόδου γρίπης και όσο παρέρχεται ο χρόνος από τον εμβολιασμό;
 

Από την περίοδο της εποχικής γρίπης 2008/9, η Ι-ΜΟVE πολυκεντρική μελέτη ασθενών – μαρτύρων μετρά την αποτελεσματικότητα του εμβολίου της γρίπης σε ασθενείς που επισκέφτηκαν ιατρό με συμπτώματα γριπώδους συνδρομής (Influenza-like-Illness – ILI) και επιβεβαιώθηκαν εργαστηριακά με γρίπη. Την περίοδο εποχικής γρίπης 2011/12, Ευρωπαϊκές μελέτες κατέγραψαν πτώση στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι του υπότυπου Α(Η3Ν2) κατά τη διάρκεια της περιόδου. Χρησιμοποιώντας δεδομένα της μελέτης Ι-ΜΟVE από την περίοδο 2010/11 έως την περίοδο 2014/15, μελετήθηκε η επίδραση του χρόνου στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου (από τη στιγμή που έγινε ο εμβολιασμός έως τη στιγμή της διάγνωσης με γρίπη) για συγκεκριμένους τύπους και υπότυπους γρίπης. Δημιουργήθηκαν μοντέλα για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου για κάθε τύπο/υπότυπο γρίπης από τη στιγμή του εμβολιασμού χρησιμοποιώντας μαθηματικό μοντέλο  (restricted cubic spline) και ελέγχοντας για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο, έναρξη συμπτωμάτων, χρόνια νοσήματα). Περισσότερα από 10.000 περιστατικά με ILI συμπεριλήφθηκαν σε κάθε ανάλυση γρίπης Α(Η3Ν2), A(H1N1)pdm09 και B, με 4.759, 3.152 and 3.617 εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα γρίπης αντίστοιχα. Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι της γρίπης Α(Η3Ν2), έφτασε στο 50.6% (95% CI: 30.0–65.1) 38 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και έπεσε στο 0% (95% CI: -18.1–15.2) μετά από 111 ημέρες. Για την γρίπη Α(Η1Ν1) pdm09 η αποτελεσματικότητα του εμβολίου έφτασε το 55,3% (95% CI: 37.9–67.9) 54 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και παρέμεινε μεταξύ 50,3% (95% CI: 34.8–62.1) και 55,3% μέχρι το τέλος της περιόδου της γρίπης. Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι της γρίπης τύπου Β έπεσε από το 70,7% (95% CI: 51.3–82.4) που βρισκόταν στις 44 ημέρες μετά τον εμβολιασμό στο 21,4% (95% CI: -57.4–60.8) στο τέλος της περιόδου της γρίπης. Για να εκτιμηθεί αν οι στρατηγικές της εκστρατείας του εμβολιασμού για τη γρίπη χρειάζονται αναθεώρηση, απαιτούνται επειγόντως περισσότερα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου σε σύγκριση με το χρόνο που έχει παρέλθει από τον εμβολιασμό.

 

Πηγή: Eurosurveillance, Volume 21, Issue 16, 21 April 2016

Τίτλος άρθρου: I-MOVE MULTICENTRE CASE–CONTROL STUDY 2010/11 TO 2014/15: IS THERE WITHIN-SEASON WANING OF INFLUENZA TYPE/SUBTYPE VACCINE EFFECTIVENESS WITH INCREASING TIME SINCE VACCINATION?

E Kissling et al.

 

Μαρία Τσερώνη, Νοσηλεύτρια, MA on Health and Social Care Management, PhD(c), EPIET Fellow, ΚΕΕΛΠΝΟ