Μύθοι και αλήθειες για τη χρήση των αντιβιοτικών

Μύθοι Αλήθειες
Η χρήση των αντιβιοτικών επηρεάζει μόνο την ατομική υγεία Η χρήση των αντιβιοτικών αποτελεί το βασικότερο παράγοντα ανάπτυξης μικροβιακής αντοχής. Οι φυσιολογικές χλωρίδες του ατόμου αλλοιώνονται και τα «χρήσιμα» μικρόβια, δίνουν τη θέση τους στα ανθεκτικά μικρόβια, τα οποία μεταδίδονται με την επαφή. Το ίδιο το άτομο μπορεί να μην εμφανίσει λοίμωξη από αυτά τα μικρόβια, εάν όμως τα μεταδώσει στο περιβάλλον του, μπορεί κάποιο από τα οικεία του πρόσωπα να αναπτύξουν λοίμωξη από ανθεκτικά μικρόβια. Οι λοιμώξεις από ανθεκτικά μικρόβια είναι δυσίατες και η θεραπεία τους με προωθημένα αντιβιοτικά οδηγεί στην ανάπτυξη ακόμη πιο ανθεκτικών στελεχών που επικρατούν στις χλωρίδες του ατόμου και μπορεί να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη κι όταν έχει σταματήσει η χρήση των αντιβιοτικών. Η χρήση των αντιβιοτικών, λοιπόν, και η συσχέτισή της με την ανάπτυξη και μετάδοση της μικροβιακής αντοχής δε σχετίζεται μόνο με την ατομική, αλλά και με τη δημόσια υγεία.
Από την εμπειρία των περισσοτέρων η χρήση των αντιβιοτικών σε λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματος όπως το κοινό κρυολόγημα ή η γρίπη, επιταχύνει την ύφεση των συμπτωμάτων Το μεγαλύτερο ποσοστό των λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού τη χειμερινή περίοδο προέρχεται από ιούς που δεν αντιμετωπίζονται με αντιβιοτικά. Η χρήση των αντιβιοτικών συνήθως μετά το τριήμερο από την έναρξη των συμπτωμάτων, συμπίπτει με την έναρξη της υποχώρησης της ιογενούς λοίμωξης, εφόσον η ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού έχει δράσει αποτελεσματικά. Η κλινική βελτίωση που διαπιστώνουμε δεν έχει σχέση με τα αντιβιοτικά, αλλά με τη φυσική πορεία της λοίμωξης. Γι’ αυτό το λόγο, πολίτες με ανεπαρκή φυσική άμυνα, που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, θα πρέπει ετησίως να εμβολιάζονται για τη γρίπη, που είναι μία ιογενής λοίμωξη με σοβαρές επιπτώσεις και μεγάλη μεταδοτικότητα στο γενικό πληθυσμό.
Η προμήθεια αντιβιοτικών από το φαρμακείο χωρίς ιατρική συνταγή επιτρέπεται και μπορεί να γίνεται ιδίως για τα πιο γνωστά και συνήθη αντιβιοτικά. Η προμήθεια αντιβιοτικών από τα φαρμακεία μπορεί να γίνεται μόνο με ιατρική συνταγή βάσει νόμου από το 1976. Η ιατρική συνταγή δεν αποτελεί μόνο ένα τεκμήριο συμμόρφωσης στο νόμο, αλλά σχετίζεται άμεσα με την ασφάλεια του ασθενή. Για να δοθεί η ιατρική συνταγή προηγήθηκε κλινική εξέταση και ιατρική διάγνωση. Αυτή είναι η μόνη ασφαλής οδός, για τη χορήγηση της κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας. Γι αυτό το λόγο, ακόμη και η προσκόμιση σε δεύτερο χρόνο της ιατρικής συνταγής πολλές φορές εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους. Η χώρα μας, σύμφωνα και με δημοσκοπήσεις κοινού που ετησίως υλοποιεί το ΚΕΕΛΠΝΟ, αλλά και σύμφωνα με ευρωπαϊκές μελέτες, κατέχει ένα σημαντικό ποσοστό (15%) στην προμήθεια αντιβιοτικών χωρίς ιατρική συνταγή και στην αυτό-θεραπεία, δηλαδή στη χρήση αντιβιοτικών χωρίς εκτίμηση ιατρού (self-medication).
Η χρήση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος στη χώρα μας δικαιολογείται, γιατί ως χώρα διαθέτουμε πολύ υψηλά επίπεδα μικροβιακής αντοχής. Η χώρα μας χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα μικροβιακής αντοχής. Αυτό όμως ισχύει για μία συγκεκριμένη κατηγορία μικροοργανισμών, και κυρίως για λοιμώξεις που συνδέονται με Χώρους Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, δηλαδή τα νοσοκομεία. Εκτός αυτού, η υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών δε σχετίζεται μόνο με τα είδη των αντιβιοτικών που συνταγογραφούνται, αλλά και με την ένδειξη χορήγησής τους, δηλαδή με το εάν πρέπει να χορηγηθούν. Για παράδειγμα, στην κοινότητα η μεγαλύτερη κατανάλωση αφορά αντιβιοτικά που χορηγούνται για λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού, όπως η φαρυγγοαμυγδαλίτιδα σε παιδιά και ενήλικες, που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι ιογενούς αιτιολογίας και δε θεραπεύονται με αντιβιοτικά. Ακόμη όμως και όταν θα πρέπει να χορηγηθεί θεραπεία, φάρμακο πρώτης επιλογής για τη στρεπτοκοκκική φαρυγγοαμυγδαλίτιδα παραμένει η γνωστή σε όλους μας πενικιλλίνη. Όσον αφορά τη χρήση των προωθημένων αντιβιοτικών στο νοσοκομειακό χώρο, υπάρχουν πολύ μεγάλα περιθώρια βελτίωσης της συνταγογράφησης σε ποιοτικό και ποσοτικό επίπεδο, γιατί η υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών οδηγεί σε εκτενή αύξηση της μικροβιακής αντοχής και σε φαύλο κύκλο με αποτέλεσμα την αδρανοποίηση και των τελευταίων αντιβιοτικών που διαθέτουμε για την αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων.
Η λήψη βιολογικού δείγματος και η αποστολή του για μικροβιολογική ανάλυση είναι μία χρονοβόρα και περιττή διαδικασία. Η μικροβιολογική τεκμηρίωση της λοίμωξης, όταν μπορεί να πραγματοποιηθεί λαμβάνοντας το κατάλληλο βιολογικό δείγμα, είναι το πρώτο βήμα για τη θεραπεία του ασθενούς. Βάσει του μικροβιολογικού αποτελέσματος θα γίνει η σωστή επιλογή της αντιμικροβιακής θεραπείας. Ακόμη κι εάν υπάρχει τεκμηρίωση από ένα προηγούμενο επεισόδιο του μικροβίου-αιτίου της λοίμωξης, αυτό δε σημαίνει ότι το νέο επεισόδιο είναι από το ίδιο μικρόβιο ή από στέλεχος με την ίδια αντοχή στα αντιβιοτικά. Συνήθως, η έλλειψη μικροβιολογικής τεκμηρίωσης οδηγεί στη χορήγηση ανεπαρκούς αγωγής, άρα και στην αποτυχία της θεραπείας ή στη χορήγηση προωθημένων αντιβιοτικών, και στην ανάπτυξη μικροβιακής αντοχής.

Φλώρα Κοντοπίδου, Παθολόγος – Λοιμωξιολόγος (MD.PhD),
Υπεύθυνη Γραφείου Μικροβιακής Αντοχής, ΚΕΕΛΠΝΟ