Φυματίωση κατά την πτήση

Καθώς τα διεθνή ταξίδια συνεχώς αυξάνονται, ανησυχία προκάλεσαν στις υγειονομικές αρχές, στους ταξιδιώτες, στις αεροπορικές εταιρείες και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης η αναφορά περιπτώσεων πιθανής μετάδοσης φυματίωσης κατά τη διάρκεια της πτήσης, η αυξανόμενη επίπτωση της πολυανθεκτικής (MDR-TB) φυματίωσης και η εμφάνιση της εκτεταμένα ανθεκτικής (XDR-TB) φυματίωσης. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η μετάδοση του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης (σύμπλεγμα Μ. tuberculosis) μπορεί να συμβεί στη διάρκεια μεγάλων πτήσεων (> 8ώρες) από επιβάτη ή μέλος του πληρώματος με πνευμονική ή λαρυγγική φυματίωση σε άλλους επιβάτες ή στο πλήρωμα. Ωστόσο, δεν έχει προσδιοριστεί κλινικά ή εργαστηριακά καμία περίπτωση φυματίωσης, η οποία να σχετίζεται με  ταξίδι σε αεροπλάνο [1].

Κατά την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας εντοπίστηκε περιορισμένος αριθμός περιστατικών,  όπου υπήρχαν  ενδείξεις για τη μετάδοση της φυματίωσης κατά τη διάρκεια της πτήσης. Επιπλέον, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας της ανίχνευσης των επαφών [2].

 

Πριν την πτήση [3]

Οι ασθενείς με επιβεβαιωμένη μεταδοτική πνευμονική φυματίωση καλό θα ήταν να αποφεύγουν τα αεροπορικά ταξίδια. Εάν ένας ασθενής με ενεργό πνευμονική φυματίωση δεν γίνεται να αποφύγει το ταξίδι, συστήνεται να το αναβάλει μέχρι να ολοκληρώσει δύο εβδομάδες θεραπευτικής αγωγής. Εάν δεν είναι δυνατόν να καθυστερήσει δύο εβδομάδες, τότε θα πρέπει να συμφωνηθεί ένα πρωτόκολλο ταξιδιού μεταξύ του ασθενούς, της τοπικής αρχής δημόσιας υγείας (ομάδα δημόσιας υγείας) και της αεροπορικής εταιρείας. Ο ασθενής θα πρέπει να καλύπτει τη μύτη και το στόμα κατά το βήχα, να χρησιμοποιεί μάσκα και να απομονώνεται κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ο κίνδυνος μόλυνσης για τους επιβάτες με MDR-TB  και XDR-TB φυματίωση θα πρέπει να αξιολογείται  βάσει των εθνικών  κατευθυντήριων οδηγιών.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης [3]

Εάν ένας επιβάτης είναι ύποπτος για τη μετάδοση φυματίωσης, συστήνεται να απομονωθεί, να μεταφερθεί σε θέση χωριστά από τους άλλους ταξιδιώτες (αν είναι δυνατόν) και να εφοδιαστεί με μάσκα και επαρκή ποσότητα από χαρτομάντηλα. Οι αεροσυνοδοί θα πρέπει να ακολουθούν τις κατευθυντήριες οδηγίες της International Air Travel Association (IATA) για τον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων και αν είναι εφικτό να συλλέγουν τις κάρτες εντοπισμού των επιβατών για τη διευκόλυνση της ανίχνευσης των επαφών, εάν χρειαστεί να γίνει.

 

Ανίχνευση επαφών

Η ανίχνευση των επαφών θα πρέπει να γίνει εάν το κρούσμα μεταδοτικής πνευμονικής φυματίωσης είναι επιβεβαιωμένο ΚΑΙ υπάρχει ένδειξη μετάδοσης σε άλλες επαφές του ΚΑΙ η διάρκεια του ταξιδιού είναι μεγαλύτερη από οκτώ ώρες ΚΑΙ το χρονικό διάστημα μεταξύ της πτήσης και της διάγνωσης δεν είναι μεγαλύτερο από τρεις μήνες [3]. Η ανίχνευση των επαφών συνιστάται στους επιβάτες που κάθονται στην ίδια σειρά, δύο σειρές μπροστά και δύο σειρές πίσω από το επιβεβαιωμένο κρούσμα [1]. Επειδή η έκθεση του πληρώματος είναι μικρότερη, το πλήρωμα θα πρέπει να αξιολογείται από την ιατρική υπηρεσία της αεροπορικής εταιρείας. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ασθενείς με πολυανθεκτική (MDR-TB) ή εκτεταμένα ανθεκτική (XDR-TB) φυματίωση είναι πιο μολυσματικοί από ό τι οι ασθενείς με ευαίσθητη φυματίωση [3].

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. WHO. Tuberculosis and air travel: Guidelines for prevention and control. 3rd edition.2008. Στο : http://www.who.int/tb/publications/2008/978924154 7505/en/ [Προσπέλαση 18/10/2011]
  2. Abubakar I. Tuberculosis and air travel: a systematic review and analysis of policy. Lancet Infect Dis 2010;10:176-83.
  3. ECDC. Risk assessment guidelines for diseases transmitted on aircraft (RAGIDA). Part 2: Operational guidelines Second edition. 2010. Στο: http://www.ecdc. europa.eu/en/publications/Publications/Forms/ [Προσπέλαση 18/10/2011]

Παρασκευή Σμέτη, Ανδριάνα Παυλή, Μαλτέζου Έλενα
Γραφείο Ταξιδιωτικής Ιατρικής
Τμήμα Παρεμβάσεων σε Χώρους Παροχής Υγείας