Νέα από τη διεθνή βιβλιογραφία, Δεκέμβριος 2015

Hald T, Aspinall W, Devleesschauwer B, et al. World Health Organization Estimates of the Relative Contributions of Food to the Burden of Disease Due to Selected Foodborne Hazards: A Structured Expert Elicitation. PLoS One. 2016 19;11(1):e0145839.

Εκτίμηση της σχετικής συνεισφοράς της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων στο «φορτίο» επιλεγμένων τροφιμογενών νοσημάτων, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

 

Η ομάδα εργασίας «Foodborne Disease Burden Epidemiology Reference Group (FERG)» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ιδρύθηκε το 2007 με σκοπό την εκτίμηση του «φορτίου» (burden) των τροφιμογενών νοσημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εκτίμηση αυτή είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη αφού τα περισσότερα παθογόνα που προκαλούν τροφιμογενή νοσήματα δεν μεταδίδονται μόνο μέσω της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων αλλά έχουν περισσότερες πιθανές οδούς μετάδοσης, όπως είναι η μετάδοση μέσω της επαφής με ζώα, η μετάδοση από άτομο σε άτομο και μέσω περιβαλλοντικών πηγών. Στο πλαίσιο της εργασίας της ομάδας αυτής πραγματοποιήθηκε μια μελέτη με τη συνδρομή ειδικών και τη χρήση του μοντέλου Cooke’s Classical για την εκτίμηση της σχετικής συνεισφοράς της μετάδοσης μέσω κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων στο παγκόσμιο «φορτίο» επιλεγμένων νοσημάτων που κατά κύριο λόγο μεταδίδονται τροφιμογενώς.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη αναγνωρίστηκαν μέσω διεθνών δικτύων και η τελική τους επιλογή βασίστηκε στη διεθνή εργασιακή τους εμπειρία. Οι επιλεγμένοι ειδικοί βαθμολογήθηκαν ως προς την ικανότητά τους να κρίνουν με βεβαιότητα και ακρίβεια με τη χρήση μιας σειράς συγκεκριμένων ερωτήσεων των οποίων οι απαντήσεις δεν ήταν γνωστές τη στιγμή της συνέντευξής τους.

Συνολικά, 72 ειδικοί συμμετείχαν στη μελέτη. Παθογόνα με ζώα ως υποδόχα όπως η μη τυφο-παρατυφική Salmonella spp. και το Toxoplasma gondii, αξιολογήθηκαν συνολικά να έχουν μεγαλύτερο ποσοστό νόσησης αποδοτέο στα τρόφιμα από ότι παθογόνα που έχουν κυρίως τον άνθρωπο ως υποδόχο. Για πολλά παθογόνα, η τροφιμογενής μετάδοση αξιολογήθηκε ως πιο σημαντική στις αναπτυγμένες περιοχές σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες.

Για πρώτη φορά, έγινε προσπάθεια εκτίμησης σε παγκόσμιο επίπεδο του ποσοστού της νοσηρότητας από συγκεκριμένα νοσήματα λόγω της κατανάλωσης τροφίμων, καθώς και μέσω άλλων οδών μετάδοσης. Η εκτίμηση αυτή είναι απαραίτητη για την εκτίμηση του παγκόσμιου «φορτίου» των τροφιμογενών νοσημάτων και παρότι παρουσιάζει αδυναμίες, αποτελεί την καλύτερη διαθέσιμη πηγή πληροφορίας για τη διαμόρφωση πολιτικών πρόληψης και ελέγχου και της ορθότερης κατανομής των πόρων.


Tyson GH, Li C, Ayers S, McDermott PF, Zhao S. Using whole-genome sequencing to determine appropriate streptomycin epidemiological cutoffs for Salmonella and Escherichia coli. FEMS Microbiol Lett. 2016 Jan 17. pii: fnw009. [Epub ahead of print]

Χρήση της αλληλούχισης του ολικού γονιδιώματος για τον προσδιορισμό των κατάλληλων επιδημιολογικών ορίων αντοχής στη στρεπτομυκίνη για τα παθογόνα Salmonella και Escherichia coli.

 

Για τα εντεροβακτηριοειδή όπως η  Salmonella spp. και η Escherichia coli, δεν υπάρχουν ενιαίως ερμηνεύσιμα κριτήρια αντοχής για τη στρεπτομυκίνη, ένα σημαντικό αντιβιοτικό από επιδημιολογικής πλευράς. Το Αμερικανικό Εθνικό Σύστημα Παρακολούθησης της Αντιμικροβιακής Αντοχής (NARMS), έχει χρησιμοποιήσει ως ελάχιστη ανασταλτική πυκνότητα (MIC) την τιμή ≥64 μg/mL ως επιδημιολογική οριακή τιμή για τον προσδιορισμό των μη άγριων τύπων των απομονωθέντων στελεχών.

Για να ελεγχτεί αν αυτή η οριακή τιμή σχετίζεται με γενετικούς προσδιοριστές της αντοχής, πραγματοποιήθηκε πλήρης αλληλούχιση του γονιδιώματος (whole-genome sequencing) 463  στελεχών Salmonella και E. coli για να αναγνωριστούν γονότυποι με αντοχή στη στρεπτομυκίνη. Από την ανάλυση αυτή βρέθηκε ότι χρησιμοποιώντας ως όριο αντοχής το ≥64 μg/mL πάνω από 20% των στελεχών με τα γονίδια αντοχής aadA ή strA/strB ταξινομήθηκαν ως άγριοι τύποι των παθογόνων. Για να βελτιωθεί η συμφωνία μεταξύ γονοτυπικών και φαινοτυπικών δεδομένων, προτείνεται η μείωση του ορίου για την κατηγοριοποίηση των στελεχών σε ≥ 32 μg/mL και για τη Salmonella και για την E. coli.

 
Κασσιανή Μέλλου ΜPH, PhD,Υπεύθυνη Γραφείου Τροφιμογενών Νοσημάτων,
Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης, ΚΕΕΛΠΝΟ