Επαγγελματίες Υγείας και Νοσήματα που Προλαμβάνονται με Εμβολιασμό

Οι επαγγελματίες υγείας (EY) αποτελούν μια ομάδα ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου για λοίμωξεις από νοσήματα που προλαμβάνονται με εμβολιασμό. Στα νοσήματα αυτά περιλαμβάνοντια τόσο αυτά που μεταδίδονται παρεντερικά (όπως είναι η ηπατίτιδα Β), όσο και λοιμώδη νοσήματα που μεταδίδονται αερογενώς ή με άμεση επαφή (γρίπη, ανεμευλογιά, ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα, μηνιγγιτιδοκοκικκή νόσο και ηπατίτιδα Α). Οι ΕΥ μεταδίδουν τις λοιμώξεις σε άλλους ασθενείς αλλά και τις οικογένειες τους. Έτσι, θεωρείται απαραίτητο, να διατηρούν υψηλά επίπεδα ανοσίας έναντι των νοσημάτων αυτών όχι μόνο για την προσωπική τους προστασία, αλλά και για την μείωση μετάδοσης των λοιμώξεων αυτών στους χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας. Αν και τα τελευταία χρόνια έχουν διενεργηθεί πολλά προγράμματα ενημέρωσης των ΕΥ, η αποτελεσματικότητα τους αμφισβητείται (1).

Η ηπατίτιδα Β (ΗΒV) μπορεί να μεταδοθεί κατά τη διενέργεια ιατρικών πράξεων. Υπολογίζεται οτι ο κίνδυνος μετάδοσης είναι σημαντικά υψηλότερος για τους ΕΥ σε σύγκριση με τον κίνδυνο που διατρέχουν οι ασθενείς από ΗΒV(+) EY. Ορισμένες ιατρικές πράξεις είναι ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου (γυναικολογικές, ορθοπεδικές και επεμβάσεις γενικής χειρουργικής). Συστήνεται ο εμβολιασμός των ΕΥ έναντι της ηπατίτιδας Β και ορολογικός έλεγχος ενα μήνα μετά την ολοκλήρωση αυτού (2,3).  Η εκπαίδευση των ΕΥ αποτελεί μια από τις κεντρικές δράσεις του Γραφείου Ηπατιτίδων του ΚΕΕΛΠΝΟ. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη, μελέτη εμβολιαστικής κάλυψης των επαγγελματιών υγείας έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β, μέσω αποστολής σχετικού ερωτηματολογίου. Δεν υπάρχουν οδηγίες για την αντιμετώπιση ΕΥ με χρόνια ηπατίτιδα Β. Σύμφωνα με τις πιό πρόσφατες Ευρωπαϊκές οδηγίες συστήνεται η αποφυγή διενέργειας επεμβατικών ιατρικών πράξεων απο ΕΥ με ιϊκό φορτίο HBV-DNA μεγαλύτερο του 104vc/ml.

H γρίπη αποτελεί τη συχνότερη λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού. Κατά τη διάρκεια της ετήσιας εμφάνισης της επιδημικής έξαρσης παρατηρείται κατακόρυφη αύξηση των επισκέψεων ασθενών στους χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας. Συνιστάται ο ετήσιος εμβολιασμός των ΕΥ έναντι της εποχικής γρίπης ο οποίος προσφέρει προστασία όχι μόνο στους ίδιους, αλλά στις οικογένειες τους και τους ασθενείς τους. Η εμβολιαστική κάλυψη των ΕΥ στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή (22.8%) όπως φαίνεται απο μελέτη κατά το 2008-2009, όπου διαπιστώθηκε σημαντική διακύμανση της εμβολιαστικής κάλυψης μεταξύ των Γεωγραφικών Διαμερισμάτων της χώρας (4). Πρόσφατα, διενεργήθηκαν δύο μελέτες με στόχο να εξετάσουν τους παράγοντες που συνδέονται με την επιθυμία ή μη των ΕΥ να εμβολιαστούν έναντι του νέου ιού της γρίπης Α (Η1Ν1). Μόλις 17-21.8% των ΕΥ δήλωσαν οτι σκόπευαν να εμβολιαστούν και ο κύριος λόγος άρνησης εμβολιασμού αφορούσε την ασφάλεια των εμβολίων (43.1%) (5,6).

Οι ΕΥ είναι ευάλωτοι και σε άλλα νοσήματα που προλαμβάνονται με εμβολιασμό. Σύμφωνα με πρόσφατη Πανελλήνια επιδημιολογική μελέτη, το ποσοστό εφήβων επίνοσων για ανεμευλογιά στην Ελλάδα είναι υψηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Αν και τα πρόσφατα δεδομένα εμβολιαστικής κάλυψης είναι εναθρρυντικά και δείχνουν αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης έναντι ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας (2η δόση MMR) μηνιγγιτιδοκόκκου C και ηπατίτιδας Α στους εφήβους, είναι πολύ πιθανό οτι σημαντικό ποσοστό των νέων ΕΥ παραμένουν επίνοσοι ή μερικώς εμβολιασμένοι (5,6).

Η εφαρμογή υποχρεωτικού εμβολιασμού των ΕΥ, μέσα στο πλαίσιο των  επαγγελματικών τους «υποχρεώσεων», έχει συζητηθεί λόγω της χαμηλής συμμόρφωσης των ΕΥ στις συστάσεις. Όμως  ο υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν είναι αποδεκτός σύμφωνα με τις αρχές της ελευθερίας επιλογής και αυτονομίας (7). Στην Ελλάδα η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών συστήνει τον εμβολιασμό των επίνοσων ΕΥ έναντι ηπατίτιδας Α και Β [Υ1/Γ.Π. 15823823/01/08] και εποχιακής γρίπης. Ειναι πιθανό, οτι η εκπαίδευση των μελλοντικών ΕΥ στις Ιατρικές και Νοσηλευτικές Σχολές της χώρας σε συνδυασμό με την ευαισθητοποίηση των νεοεισερχόμενων ΕΥ στους χώρους υπηρεσιών υγείας, θα συντελέσει στη βελτίωση των επιπέδων ανοσίας έναντι των νοσημάτων που προλαμβάνονται με εμβολιασμό στις μελλονικές γενιές των ΕΥ στη χώρα μας.

 

References

  1. Centers for Disease Control and Prevention (CDC).Immunization of health-care workers: recommendations of the Advisory Committee on Immunization Practices (ACIP) and the Hospital Infection Control Practices Advisory Committee (HICPAC). MMWR 1997;46:1-42.
  2. Gunson RN, Shouval D, Roggendorf M, et al. Hepatitis B virus (HBV) and hepatitis C virus (HCV) infections in health care workers (HCWs): guidelines for the prevention of transmission of HBV and HCV from HCW to patients. J Clin Virol 2003;27:213-230.
  3. Viral Hepatitis. Vol 14, 2005 (www.vhpb.org)
  4. Dedoukou X, Nikolopoulos G, Maragos A, Giannoulidou S, Maltezou HC. Attitudes towards vaccination against seasonal influenza of health-care workers in primary health-care settings in Greece. Vaccine 2010;28:5931-5933.
  5. Maltezou HC, Dedoukou X, Patrinos S, et al. Determinants of intention to get vaccinated against novel (pandemic) influenza A H1N1 among health-care workers in a nationwide survey. J Infect 2010;61:252-258.
  6. Rachiotis G, Mouchtouri VA, Kremastinou J, Gourgoulianis K, Hadjichristodoulou C. Low acceptance of vaccination against the 2009 pandemic influenza  A (H1N1) among healthcare workers in Greece. EuroSurveill. 2010;15(6):pii=19486.
  7. Seale H, Leask J, MacIntyre CR. Do they accept compulsory vaccination? Awareness, attitudes and behavior of hospital health care workers following a new vaccination directive. Vaccine 2009;27:3022-3025.

 

Παπαευαγγέλου Βάνα
Παιδίατρος – Λοιμωξιολόγος, Αν. Καθηγήτρια, Β’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο “Α. Κυριακού”