Συνέντευξη: Κλέα Κατσουγιάννη

Κα Κατσουγιάννη, πείτε μας κάποια πράγματα για σας, για την καριέρα σας. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την υγιεινή περιβάλλοντος;

Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικότερα στο εργαστήριο Υγιεινής της Ιατρικής Σχολής μετρώ πλέον 32 χρόνια. Αφού έκανα το διδακτορικό μου σε εφαρμογές της στατιστικής στην Ιατρική, πέρασα όλες τις βαθμίδες μέλους ΔΕΠ και από το 2005 έχω εκλεγεί Καθηγήτρια Βιοστατιστικής και Επιδημιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Αρχικά, στο Εργαστήριο δούλευα στην επιδημιολογία του καρκίνου, δίπλα στον κύριο Τριχόπουλο, η συμβολή του οποίου αποδείχτηκε καθοριστική για τη μετέπειτα επιστημονική μου καριέρα. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο κύριος Χατζάκης, σημερινός διευθυντής του εργαστηρίου Υγιεινής & Επιδημιολογίας έκανε το διδακτορικό του στις επιδράσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην υγεία. Επιστρατεύτηκα και εγώ για να κάνω τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων και να δημοσιεύσουμε μια από τις πρώτες εργασίες της σύγχρονης γενιάς επιδημιολογικών μελετών για τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, το 1986. Από τότε δραστηριοποιούμαι σε αυτόν τον πολύ ενδιαφέροντα τομέα, δεδομένου πως είχε ήδη φανεί ότι υπάρχει έντονο πρόβλημα στην Ελλάδα.

Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα περιβαλλοντικής ρύπανσης με επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία;

Καταρχήν, όταν μιλάμε για περιβαλλοντικά προβλήματα στην Υγεία συνήθως εννοούμε δύο πράγματα: τα προβλήματα του λεγόμενου μάκρο-περιβάλλοντος και τα προβλήματα που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, δηλαδή τη διατροφή, το κάπνισμα κλπ. Εγώ ασχολούμαι με τα πρώτα και τέτοια είναι προβλήματα από τη χρήση χημικών, η ρύπανση και μόλυνση των υδάτων, προβλήματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, η ατμοσφαιρική ρύπανση και προβλήματα που σχετίζονται με τον αστικό τρόπο ζωής. Αυτήν τη στιγμή το πιο καλά τεκμηριωμένο πρόβλημα με επιδράσεις στην υγεία είναι η ατμοσφαιρική ρύπανση, όσο κι αν αυτό στην Ελλάδα δεν είναι τόσο γνωστό.  Αυτά τα προβλήματα μελετώνται διεξοδικά παγκοσμίως. Είναι αξιοσημείωτο ότι και στην αρχαιότητα γνώριζαν το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, π.χ. ξέρουμε πως απαγορευόταν η καύση των νεκρών εντός των τειχών των Πόλεων. Φυσικά, τα προβλήματα οξύνθηκαν ιδιαίτερα μετά την εκβιομηχάνιση, με πιο γνωστό το επεισόδιο στο Λονδίνο, το 1952, στο οποίο τότε, αλλά και με νεότερες μελέτες, αποδόθηκαν 4.000 θάνατοι μέσα σε μια βδομάδα και συνολικά 12.000 θάνατοι μέσα στο πρώτο τρίμηνο. Θάνατοι που οφείλονταν στην ατμοσφαιρική ρύπανση από τις βιομηχανίες και από την καύση ορυκτών καυσίμων για θέρμανση, το διαβόητο «νέφος του Λονδίνου». Τα επεισόδια αυτά προκάλεσαν νομοθετικές και άλλες παρεμβάσεις και οδήγησαν σε μείωση των επιπέδων της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Όμως από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, άρχισαν να συρρέουν επιστημονικά δεδομένα (και από το δικό μας εργαστήριο) για την ύπαρξη επιδράσεων στην υγεία και από αυτά τα «χαμηλότερα» επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, μεταξύ άλλων και δεδομένα για την αύξηση της θνησιμότητας.

Ποιοι είναι οι κύριοι αέριοι ρύποι που είναι επιβλαβείς στην υγεία;

Η ατμοσφαιρική ρύπανση χωρίζεται στη ρύπανση από αέριους ρύπους και ρύπανση από σωματίδια. Οι αέριοι ρύποι είναι πιο γνωστοί, πιο «κατανοητοί» θα λέγαμε και είναι το όζον, τα οξείδια του αζώτου, το διοξείδιο του θείου, το μονοξείδιο του άνθρακα. Αυτά κυρίως μετράμε. Τα σωματίδια είναι μια αρκετά πιο πολύπλοκη οντότητα γιατί η φυσική και χημική τους σύσταση ποικίλλει και γεωγραφικά και διαχρονικά. Επίσης πολύπλοκο είναι και το ζήτημα της μέτρησής τους. Τα σωματίδια έχουν τις περισσότερο τεκμηριωμένες επιδράσεις στην υγεία.

Ποια προβλήματα προκαλούν τα σωματίδια;

Με τους σύγχρονους δείκτες μέτρησης, τα σωματίδια μετρούνται ως συγκέντρωση μάζας. Δηλαδή μετρούνται τα σωματίδια που έχουν διάμετρο μικρότερη από 10μικρά (ΡΜ10) και τώρα τελευταία αυτά που έχουν διάμετρο μικρότερη από 2,5μικρά (ΡΜ2.5). Σ’ αυτά περιλαμβάνονται σωματίδια με ποικίλη χημική σύσταση. Σε άλλα επικάθονται θειώδη, σε άλλα καρκινογόνες ουσίες, άλλα έχουν ανθρακούχο πυρήνα κτλ. Από τις μετρήσεις που γίνονται και από δεδομένα πολλών σχετικών μελετών γνωρίζουμε πως με την αύξηση των συγκεντρώσεων των PM10 προκαλούνται βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες επιδράσεις στην υγεία. Οι βραχυχρόνιες περιλαμβάνουν ημερήσια αύξηση της θνησιμότητας. Mε αύξηση στη συγκέντρωση των PM10 κατά 10μg/m3, η ολική θνησιμότητα αυξάνεται κατά 0,5%. Παρατηρείται αύξηση στην εισαγωγή επειγόντων περιστατικών στα νοσοκομεία από καρδιαγγειακά νοσήματα κατά περίπου 0,5% και από αναπνευστικά νοσήματα κατά 1%. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται και εισαγωγές από κρίση άσθματος στην παιδική ηλικία. Ακόμη πιο σοβαρές, όμως, είναι οι μακροχρόνιες επιδράσεις αν και είναι σαφώς δυσκολότερο να μελετηθούν. Πάντως ευρήματα πολύ προσεκτικά σχεδιασμένων μελετών έχουν δείξει πως αν κάποιος μένει σε μια σχετικά ρυπασμένη περιοχή – όπως η δική μας, εδώ στην Αθήνα – το προσδόκιμο επιβίωσής του στην ηλικία των 30 μειώνεται κατά ένα ολόκληρο έτος. Αντίθετα, αν μένει σε καθαρότερες περιοχές όπως οι Σκανδιναβικές πόλεις, το προσδόκιμο επιβίωσης στην ηλικία των 30 μειώνεται ελάχιστα (λόγω της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση). Δυστυχώς, στην Ευρώπη, παρατηρείται αύξηση της αέριας ρύπανσης όσο πηγαίνουμε νοτιότερα και ανατολικότερα. Η ηλιοφάνεια παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό το γεγονός, άρα εδώ στην Ελλάδα οφείλουμε να είμαστε διπλά προσεκτικοί.

Σε τι στάδιο βρίσκεται η ελληνική πολιτεία ως προς τα μέτρα ελέγχου τέτοιων περιβαλλοντικών κινδύνων;

Κατά τη γνώμη μου, η ελληνική πολιτεία δεν έχει συνειδητοποιήσει αυτόν τον κίνδυνο και δεν το παίρνει όσο σοβαρά θα έπρεπε, με δεδομένες τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Δεν πάσχει τόσο η νομοθετική ρύθμιση, αλλά όπως συμβαίνει και στους περισσότερους τομείς πάσχει η εφαρμογή των νόμων. Οι κυριότεροι ρυπαντές που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των πολιτών, σήμερα στη χώρα μας, είναι τα οχήματα. Πολλά οχήματα είναι παλιά και κακά συντηρημένα. Πετρελαιοκίνητα φορτηγά, πλήθος παλιών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων και πολλά πλημμελώς συντηρημένα πετρελαιοκίνητα ταξί και βενζινοκίνητα ΙΧ. Μάλιστα όπως γράφεται στα ΜΜΕ και κανείς δε διαψεύδει, τα παραπάνω κινούνται συχνά με νοθευμένο καύσιμο – λαθραίο πετρέλαιο. Εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες σωματιδίων, πολύ δε μεγαλύτερες από το αν ήταν επαρκώς ελεγμένοι οι κινητήρες και το καύσιμο. Με το να επιτρέπεται πλέον και η κίνηση πετρελαιοκίνητων ΙΧ στα μεγάλα αστικά κέντρα και δεδομένων των παραπάνω φαινομένων, πιστεύω πως το πρόβλημα θα επιδεινωθεί. Τα μέτρα ελέγχου, όμως, από το ΥΠΕΚΑ και άλλες αρμόδιες Αρχές, κάπου κολλάνε στην εφαρμογή.

Υπάρχουν μέτρα πρόληψης, πέρα από τους ελέγχους; Υπάρχουν ενδείξεις – στοιχεία που να αποκαλύπτουν πως τα μέτρα αυτά συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου υγείας των ατόμων;

Σημασία έχει και αυτό που μπορούν να κάνουν τα ίδια τα άτομα για να προλάβουν την έκθεσή τους αλλά και την έκθεση του κοινωνικού συνόλου στους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Π.χ. άτομα με χρόνια καρδιο-αναπνευστικά προβλήματα δε θα πρέπει να κυκλοφορούν πολύ και ιδιαίτερα να γυμνάζονται τις μέρες που έχει αυξημένη ρύπανση. Παράλληλα, ο καθένας από μας οφείλει να συντηρεί σωστά το ΙΧ του και να το αφήνει όλο και πιο συχνά στο σπίτι. Δε θέλω ωστόσο να υπερτονίσουμε τα ατομικά μέτρα προστασίας, γιατί στην Ελλάδα, όσον αφορά στην ατμοσφαιρική ρύπανση, το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με την πιο γενναία συμβολή της Πολιτείας. Υπάρχουν σαφή κατοχυρωμένα όρια συγκεντρώσεων ατμοσφαιρικών ρύπων, νομοθετημένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τα οποία διαρκώς αδυνατούμε να συμμορφωθούμε. Με αποτέλεσμα να μας πηγαίνουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και να πληρώνουμε και πρόστιμα. Είναι απόλυτα τεκμηριωμένο πως σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις που τέθηκαν και εφαρμόστηκαν αυστηρότερα μέτρα εκπομπής και μειώθηκαν οι συγκεντρώσεις των ρύπων, βελτιώθηκε θεαματικά η υγεία των πολιτών, προς έκπληξη μάλιστα και των ίδιων των ερευνητών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα έχουμε από το Δουβλίνο. Εκεί, το 1990, απαγορεύτηκε η πώληση και χρήση άνθρακα για τη θέρμανση και αυτό οδήγησε στη μείωση των ανθρακούχων σωματιδίων, του μαύρου καπνού δηλαδή, από 50 μg/m3 σε 15 μg/m3 (κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση). Μέσα σε λίγα χρόνια η γενική θνησιμότητα από φυσικά αίτια μειώθηκε κατά 6% ! και οι ειδικές θνησιμότητες από καρδιαγγειακά και αναπνευστικές αιτίες (που είναι πιο σχετικές με την ατμοσφαιρική ρύπανση) μειώθηκαν κατά 10% και 16% αντίστοιχα! Όπως φάνηκε από τη συγκεκριμένη δημοσίευση στο Lancet το 2002, η θνησιμότητα από άλλες αιτίες δεν παρουσίασε καμία μεταβολή και αυτό δείχνει ξεκάθαρα πως μια τέτοιου τύπου καθοριστική παρέμβαση μπορεί να έχει εντυπωσιακό αντίκτυπο στη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού.

Από τη δική σας σκοπιά, ποιες είναι οι προκλήσεις για την περιβαλλοντική υγιεινή στο άμεσο μέλλον;

Προσωπικά, επικεντρώθηκα στην ατμοσφαιρική ρύπανση γιατί με αυτό ασχολούμαι. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα σοβαρά θέματα που αποτελούν πρόκληση για τους επιστήμονες και τους φορείς της πολιτικής. Ο αστικός χώρος στην Ελλάδα, για παράδειγμα, έχει μεγάλα πολεοδομικά προβλήματα με αρνητικές επιδράσεις στην υγεία. Υπάρχουν, επίσης, τα προβλήματα της κλιματικής αλλαγής και της ηχορρύπανσης στις πόλεις. Υπάρχει τα τελευταία χρόνια διεθνώς η τάση όλα αυτά τα περιβαλλοντικά προβλήματα να αντιμετωπίζονται και να καταπολεμώνται ταυτόχρονα. Οι παρεμβάσεις δηλαδή θα πρέπει να σχεδιάζονται ώστε να βελτιώνουν πολλαπλά τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το μεγάλο πολεοδομικό πρόβλημα των περισσότερων ελληνικών πόλεων για παράδειγμα, συμβάλλει και στην αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και στην αύξηση της θερμοκρασίας στην πόλη και στην αύξηση του θορύβου. Επομένως, πιστεύω πως πρέπει να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι επιστήμονες από διάφορους χώρους, πολεοδόμοι, συγκοινωνιολόγοι, επιστήμονες υγείας και περιβάλλοντος, χημικοί, μετεωρολόγοι κ.ά. και να σχεδιάσουν πολιτικές που θα επηρεάζουν τον αστικό ιδιαίτερα χώρο με τρόπο που θα προλαμβάνονται, θα μειώνονται ταυτόχρονα και συνολικά οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιδράσεις στην υγεία.

Πώς θα μπορούσε να μπει πιο ουσιαστικά η συσχέτιση ρύπανσης και υγείας στην ατζέντα της Δημόσιας Υγείας;

Δε μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική πολιτική που να μειώσει τους περιβαλλοντικούς κινδύνους στην υγεία, εάν δε γίνει συνείδηση του κόσμου ότι υπάρχουν αυτοί οι κίνδυνοι. Ο πληθυσμός πρέπει να ενημερωθεί και να αρχίσει να ανησυχεί για τους συγκεκριμένους κινδύνους για την υγεία του. Συνεπώς, πρέπει να δώσουμε δημοσιότητα στα αποτελέσματα των ερευνών που δείχνουν τις επιδράσεις στην υγεία. Για αυτόν το σκοπό αρκετοί επιστήμονες μετέχουν και σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που ασχολούνται με την ευαισθητοποίηση του κοινού για περιβαλλοντικά θέματα, ενώ προς αυτήν την κατεύθυνση πιστεύω ότι πρέπει να κινηθεί και το Υπουργείο Υγείας. Το ίδιο πιστεύω και για το ΚΕΕΛΠΝΟ. Πέρα, δηλαδή, από την πολύ ουσιαστική δουλειά που κάνει για τον έλεγχο και την επιτήρηση των λοιμωδών νοσημάτων, θα μπορούσε να επεκταθεί πιο ενεργά και στην επιτήρηση των περιβαλλοντικών παραγόντων που βλάπτουν την υγεία.

Τι θα συμβουλεύατε τους νέους επιστήμονες που ασχολούνται με θέματα του τομέα σας;

Νομίζω ότι το πιο σημαντικό επαγγελματικά, στη ζωή ενός ανθρώπου, είναι να αγαπά αυτό που κάνει. Θα συμβούλευα αυτούς που ασχολούνται με την επιστημονική δουλειά για τα θέματα τους περιβάλλοντος, να αγαπούν τη δουλειά τους και να την κάνουν με αφοσίωση, παρά τις όποιες δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίζουν. Και μια ιδιαίτερα βασική προϋπόθεση είναι, πιστεύω, να μιλούν πάντα βασιζόμενοι σε τεκμηριωμένα στοιχεία. Και να επικαλούνται αυτά τα δεδομένα, ακόμη και όταν απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Έτσι θα συμβάλλουν ώστε να συνηθίσουμε όλοι να στηρίζουμε πάντα τις απόψεις μας με στοιχεία και όχι να μιλάμε γενικώς και αορίστως και επειδή απλώς έτσι πιστεύουμε.

Επιμέλεια: Φίλιππος Κουκουριτάκης