Αντιμετώπιση των κουνουπιών φορέων της ελονοσίας και του ιού του Δυτικού Νείλου

Πλήθος παθογόνων και παρασίτων του ανθρώπου μεταδίδονται από τα κουνούπια. Ανάμεσα στα πλέον σημαντικά από αυτά ανήκουν τα είδη Plasmodium που προκαλούν την ελονοσία και ο ιός του Δυτικού Νείλου. Η ελονοσία παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της παγκόσμιας υγείας με 216 εκατομμύρια εκτιμώμενων κρουσμάτων και 655.000 θανάτους το 2010[1]. Η ασθένεια έχει εκριζωθεί από την Ελλάδα από το 1974, όμως 40 περιπτώσεις κρουσμάτων με ενδημικό χαρακτήρα αναφέρθηκαν το 2011, κυρίως στην περιοχή του Ευρώτα Λακωνίας [2]. Ο ιός του Δυτικού Νείλου εμφανίζεται με αυξημένη συχνότητα στη Μεσόγειο από το 1994 [3]. Στην Ελλάδα τα πρώτα κρούσματα σε ανθρώπους καταγράφηκαν το 2010 στην κεντρική Μακεδονία [4].

Κύκλος μετάδοσης και κουνούπια-φορείς

Ο κύκλος μετάδοσης της ελονοσίας περιλαμβάνει τον ξενιστή (άνθρωπος), το παράσιτο (είδη Plasmodium) και τα κουνούπια-φορείς (είδη Anopheles). Από τα 400 είδη του γένους Anopheles, μόνο τα 30-40 θεωρούνται σημαντικοί φορείς των τεσσάρων ειδών Plasmodium (P. falciparum, P. vivax, P. ovale και P. malariae) που προκαλούν την ελονοσία [5],[6]. Δύο τουλάχιστον «γεύματα» αίματος, ένα για τη λήψη του παθογόνου και ένα δεύτερο για τη μετάδοσή του, απαιτούνται από τα θηλυκά Anopheles προκειμένου να μεταδοθεί η ασθένεια. Ο κύκλος μετάδοσης του πλασμώδιου περιλαμβάνει τη σεξουαλική και τη μη σεξουαλική αναπαραγωγή, που λαμβάνουν χώρα στα κουνούπια-φορείς και στα σπονδυλωτά αντίστοιχα. Η μετάδοση της ελονοσίας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως η κατανομή, η πυκνότητα, η διάρκεια ζωής και η προτίμηση ως προς τον ξενιστή των κουνουπιών-φορέων [6].

Η μετάδοση του ιού του Δυτικού Νείλου πραγματοποιείται μέσω ενός ενζωοτικού κύκλου μετάδοσης, που περιλαμβάνει κυρίως ορνιθόφιλα είδη κουνουπιών, κυρίως του γένους Culex, και διάφορα είδη πουλιών. Είδη κουνουπιών με μικτές τροφικές συνήθειες (άνθρωποι και πουλιά) μεταφέρουν τον ιό από τα μολυσμένα πουλιά σε δευτερεύοντες ξενιστές, όπως ο άνθρωπος και τα ιπποειδή. Παρά το γεγονός ότι ο ιός έχει απομονωθεί σε περισσότερα από 60 είδη κουνουπιών, εντούτοις μόνο είδη του γένους Culex θεωρούνται αποτελεσματικοί φορείς της ασθένειας [3].

Καταπολέμηση κουνουπιών-φορέων

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των κουνουπιών (διατήρηση των πληθυσμών τους σε χαμηλά επίπεδα) πρέπει να βασίζεται σε ένα πρόγραμμα ολοκληρωμένης διαχείρισης, το οποίο συνδυάζει όλες τις διαθέσιμες μεθόδους με τον πλέον αποτελεσματικό, οικονομικό και ασφαλή τρόπο [5]. Απαραίτητα στοιχεία ενός τέτοιου προγράμματος αντιμετώπισης κουνουπιών είναι η παρακολούθηση πληθυσμών, η μείωση των εστιών αναπαραγωγής, η χημική καταπολέμηση, η διαχείριση της ανθεκτικότητας των κουνουπιών στα εντομοκτόνα, ο βιολογικός έλεγχος και η αξιολόγηση του αποτελέσματος των μεθόδων καταπολέμησης [7].

Παρακολούθηση πληθυσμών

Η παρακολούθηση των πληθυσμών αποσκοπεί στην ταυτοποίηση των ειδών κουνουπιών, καθώς και στην εκτίμηση της δυναμικής των πληθυσμών τους σε σχέση με τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η χαρτογράφηση των εστιών αναπαραγωγής, καθώς και η διατήρηση αναλυτικών στοιχείων της σύνθεσης των πληθυσμών των κουνουπιών.

Η δειγματοληψία προνυμφών κουνουπιών αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την εκτίμηση της πυκνότητας ενός είδους καθώς και της αποτελεσματικότητας εφαρμογής προνυμφοκτόνων σκευασμάτων. Η ταυτοποίηση των ειδών γίνεται αποκλειστικά από τις προνύμφες 4ου σταδίου, ενώ προνύμφες νεαρότερης ηλικίας θα πρέπει να εκτραφούν υπό εργαστηριακές συνθήκες, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ταυτοποίησή τους[5]. Η παρακολούθηση των ενηλίκων: 1) επιβεβαιώνει την ύπαρξη κουνουπιών φορέων σε μια συγκεκριμένη περιοχή, 2) συμβάλλει στην εκτίμηση της πληθυσμιακής τους πυκνότητας, 3) θέτει πληθυσμιακά όρια πέραν των οποίων απαιτούνται μέτρα καταπολέμησης και 4) χρησιμοποιείται στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων μεθόδων αντιμετώπισης.

Μείωση εστιών αναπαραγωγής

Η μείωση των εστιών αναπαραγωγής αποτελεί τον πλέον μόνιμο, αποτελεσματικό και οικονομικό τρόπο αντιμετώπισης των κουνουπιών σε αρκετές περιοχές [7]. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει μέτρα απλού υγειονομικού χαρακτήρα, όπως σωστή διαχείριση ελαστικών και καθαρισμός παράνομων χωματερών, καθώς και πιο σύνθετα που πραγματοποιούνται σε επίπεδο περιοχής, όπως η κατακράτηση και διαχείριση των υδάτων λιμνών, ποταμών κ.α.

Χημική καταπολέμηση

Η χρήση εντομοκτόνων σκευασμάτων καθίσταται απαραίτητη στην περίπτωση που τα μέτρα διαχείρισης των εστιών αναπαραγωγής αποτύχουν να διατηρήσουν τον πληθυσμό των κουνουπιών κάτω από το επιθυμητό όριο πυκνότητας. Σκοπός της προνυμφοκτονίας είναι να διατηρήσει τον κίνδυνο μετάδοσης των ασθενειών χαμηλό «εξουδετερώνοντας» ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού κουνουπιών-φορέων πριν την ενηλικίωση και τη διασπορά τους [7]. Η λεπτομερής χαρτογράφηση των εστιών αναπαραγωγής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση μιας αποτελεσματικής προνυμφοκτονίας.

Η χρήση ακμαιοκτόνων σκευασμάτων είναι επιβεβλημένη όταν ο κίνδυνος μετάδοσης των ασθενειών είναι υψηλός. Στην περίπτωση της Ελονοσίας, οι υπολειμματικοί ψεκασμοί εσωτερικών χώρων και η χρήση διχτυών εμποτισμένων με εντομοκτόνες ουσίες (κυρίως πυρεθροειδή) μπορεί να συμβάλουν αποτελεσματικά στον περιορισμό της μετάδοσης της ασθένειας, ιδιαίτερα όταν τα είδη των Anopheles προτιμούν εσωτερικούς χώρους [8]. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των παραπάνω μεθόδων και ιδιαίτερα των υπολειμματικών ψεκασμών εσωτερικών χώρων είναι η συνεργασία των κατοίκων, προκειμένου να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη κάλυψη των εσωτερικών επιφανειών.

Για να είναι επιτυχής η ακμαιοκτονία των κουνουπιών φορέων του ιού του Δυτικού Νείλου πρέπει να λαμβάνει υπόψη: 1) την οικολογία και τοπογραφία της περιοχής, 2) την πυκνότητα του πληθυσμού, κατανομή, εύρος πτήσης και ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού-στόχου, 3) τη χρονική περίοδο που μεσολαβεί από την στιγμή που τα κουνούπια βρέθηκαν μολυσμένα με τον ιό, 4) το εύρος πτήσης πουλιών και 5) τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των κατοίκων [7]. Τέλος, η υιοθέτηση στρατηγικών διαχείρισης της ανθεκτικότητας των κουνουπιών στα εντομοκτόνα αποτελεί ένα επιπλέον απαραίτητο συστατικό των προγραμμάτων ολοκληρωμένης αντιμετώπισης.

Βιολογική καταπολέμηση

Η χρήση βιολογικών μέσων καταπολέμησης μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο σε προγράμματα ολοκληρωμένης αντιμετώπισης κουνουπιών. Πλήθος οργανισμών, όπως υδρόβια έντομα, εντομοπαθογόνοι νηματώδεις και μύκητες καθώς και βακτήρια (Bacillus thurigensis) έχουν χρησιμοποιηθεί ως μέσα βιολογικής καταπολέμησης κουνουπιών, ωστόσο το Gambusia affinis (είδος ψαριού) που τρέφεται με προνύμφες κουνουπιών αποτελεί το πλέον αποτελεσματικό από αυτά [5].

Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας μεθόδων αντιμετώπισης

Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων αντιμετώπισης των πληθυσμών των ενηλίκων αποτελεί απαραίτητο στοιχείο των προγραμμάτων ολοκληρωμένης αντιμετώπισης των κουνουπιών, ενώ παρόμοιες μέθοδοι μπορούν να εφαρμοστούν όπου είναι εφικτό και για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των προνυμφοκτονιών. Η αξιολόγηση των προγραμμάτων αντιμετώπισης κουνουπιών περιλαμβάνει: εκτίμηση της πυκνότητας του πληθυσμού-στόχου πριν και μετά την εφαρμογή των εντομοκτόνων με χρήση μεθόδων παγίδευσης ενηλίκων και δειγματοληψίες προνυμφών εντός και εκτός της περιοχής εφαρμογής των σκευασμάτων, καθορισμό του ποσοστού μόλυνσης του πληθυσμού των κουνουπιών πριν και μετά την εφαρμογή των εντομοκτόνων (ειδικά για τον ιό του Δυτικού Νείλου) και καταγραφή των καιρικών συνθηκών που επικρατούν κατά τη διάρκεια των ψεκασμών [7].

Συμπερασματικά, η αντιμετώπιση των κουνουπιών φορέων της ελονοσίας και του ιού του δυτικού Νείλου είναι μια περίπλοκη, συνεχής, πολυπαραγοντική διαδικασία, που περιλαμβάνει προσεκτικό σχεδιασμό, υψηλά επίπεδα συντονισμού και επικοινωνίας μεταξύ των σχετικών φορέων, υιοθέτηση σύγχρονων τεχνολογιών, εκτενή ενημέρωση του κοινού και έγκαιρη και ικανή χρηματοδότηση.

Βιβλιογραφία:

  1. WHO. 2011. World Malaria Report 2011. Geneva, Switzerland.
  2. ECDC and WHO. 2012. Mission Report. Joint ECDC/WHO mission related to local malaria transmission in Greece in 2011 Summary. September/October 2011. Stockholm, Sweden.
  3. Blitvich, B. J. 2008. Transmission dynamics and changing epidemiology of West Nile virus. Animal Health Research Reviews 9: 71-86.
  4. Papa, A., K. Danis, A. Baka, A. Bakas, G. Dougas, T. Lytras, G. Theocharopoulos, D. Chrysagis, E. Vassiliadou, F. Kamaria, A. Liona, K. Mellou, G. Saroglou, and T. Panagiotopoulos. 2010. Ongoing outbreak of West Nile virus infections in humans in Greece, July–August 2010. Euro Surveill 15:pii:19644.
  5. Becker, N., D. Petric, M. Zgomba, C. Boase, C. Dahl, M. Madon, and A. Kaiser. 2010. Mosquitoes and Their Control (Second Edition). Berlin and Heidelberg, Germany Springer-Verlag.
  6. Gullan, P. J. and Cranston P. S. 2010. The Insects: an outline of Entomology. 4th Edition. Hoboken, NJ: Wiley-Blackwell, 2010.
  7. CDC. 2003. Epidemic/Epizootic West Nile Virus in the United States: Guidelines for Surveillance, Prevention, and Control, 3rd Revision [http://www.cdc.gov/ncidod/dvbid/westnile/resources/wnv-guidelines-aug-2003.pdf].
  8. Karunamoorthi, K. 2011. Vector control: a cornerstone in the malaria elimination campaign. Clinical Microbiology and Infection 17: 1608–1616.

Αλέξανδρος Δ. Διαμαντίδης και Νίκος Θ. Παπαδόπουλος
Εργαστήριο Εντομολογίας και Γεωργικής Ζωολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Ελλάδα