Ελονοσία

Η ελονοσία (μαλάρια, malaria: από το λατινικό “mala aria” που σημαίνει «κακός αέρας» – ήταν στο παρελθόν συνδεδεμένη με τους υδρατμούς πάνω από τους βάλτους και τα έλη) είναι μία μολυσματική ασθένεια που προκαλείται από το παράσιτο του πλασμωδίου (plasmodium) και μεταδίδεται από το γένος ανωφελών κουνουπιών, τα οποία είναι πιο δραστήρια από το σούρουπο ως την αυγή [1, 3].

Η ελονοσία παραμένει ένα σημαντικό παγκόσμιο πρόβλημα υγείας στις μέρες μας· έχει εκτιμηθεί ότι προκαλεί πάνω από ένα εκατομμύριο θανάτους το έτος παγκοσμίως (Πίνακας 1). Πάνω από εκατό (109) τροπικές και υποτροπικές χώρες παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα ενδημικότητας ελονοσίας, με αυτές της υποσαχάριας Αφρικής να κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό (Εικόνα 1). Ογδόντα (80) χώρες βρίσκονται τώρα στη διαδικασία ελέγχου του νοσήματος, 23 σε πρόγραμμα εξάλειψης και  6 χώρες εφαρμόζουν μέτρα προκειμένου να προλάβουν την επανεγκατάσταση του νοσήματος [2].

 

Πίνακας 1: εκτιμώμενος αριθμός περιστατικών και θανάτων το 2010 [2]

  Εκτιμώμενα περιστατικά   Επιβεβαιωμένα περιστατικά που έχουν αναφερθεί Περιστατικά που έχουν αναφερθεί/εκτιμώμενα
Περιοχή Εκτίμηση Κατώτερος αριθμός Ανώτερος αριθμός % P.falciparum
Αφρική 174 000 113 000 239 000 98% 20 000 11%
Αμερική 1 000 1 000 1 000 34% 1 000 59%
Ανατολική Μεσόγειος 10 000 8 000 14 000 82% 1 000 10%
Ευρώπη 0,2 0,2 0,2 5% 0,2 85%
ΝΑ Ασία 28 000 23 000 35 000 54% 2 000 9%
Δυτικός Ειρ. Ωκεανός 2 000 2 000 2 000 77% 257 13%
Παγκοσμίως 216 000 149 000 274 000 91% 24 000 11%
  Εκτιμώμενοι θάνατοι      
Περιοχή Εκτίμηση Κατώτερος Ανώτερος % < 5 ετών    
Αφρική 596 000 468 000 837 000 91%    
Αμερική 1 000 1 000 2 000 29%    
Ανατολική Μεσόγειος 15 000 1 000 38 000 60%    
Ευρώπη 0 0 0 4%    
ΝΑ Ασία 38 000 28 000 50 000 31%    
Δυτικός Ειρ. Ωκεανός 5 000 3 000 6 000 41%    
Παγκοσμίως 655 000 537 000 907 000 86%    

 

 

Ιστορική αναδρομή:

Η ελονοσία παρατηρείται εδώ και πάνω από 4.000 χρόνια. Η πρώτη περιγραφή συμπτωμάτων ήταν περίπου το 2.700 π.Χ. Τα κύρια συμπτώματα περιγράφηκαν ακόμη και από τον Ιπποκράτη τον 4ο αιώνα π.Χ.[3]

Η ανακάλυψη του παρασίτου της ελονοσίας έγινε από ένα χειρουργό του γαλλικού στρατού, τον Charles Louis Alphonse Laveran, ο οποίος παρατήρησε – για πρώτη φορά- τα παράσιτα στο αίμα το Νοέμβριο του 1880· ωστόσο, η παρατήρησή του αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό. Το 1886, ένας Ιταλός νευροφυσιολόγος, ο Camillo Golgi, ανακάλυψε τους μεροζωίτες (συγκεκριμένο στάδιο στον κύκλο ζωής του πλασμωδίου). Οι Ιταλοί ερευνητές Giovanni Batista Grassi και Raimond Filetti εισήγαγαν τα ονόματα πλασμωδίων Plasmodium vivax και Plasmodium malariae, το 1890. Το 1897 ήταν η χρονιά που ο Αμερικανός William H. Welch ονόμασε το παράσιτο του τριταίου πυρετού Plasmodium falciparum, που ακολουθήθηκε από την περιγραφή του Plasmodium ovale το 1922 από τον John William Watson Stephan. Οι Robert Knowles και Biraj Mohan Das Gupta περιέγραψαν το Plasmodium knowlesi σε έναν πίθηκο του γένους macaque και τελικά το 1897, ένας Άγγλος αξιωματικός, ο Ronald Ross, ανακάλυψε ότι τα κουνούπια είναι εκείνα που μεταδίδουν την ελονοσία.

Το πρώτο φάρμακο κατά της ελονοσίας, η χλωροκίνη, εφευρέθηκε το 1934 και το πρώτο εντομοκτόνο, το DDT, κατασκευάστηκε το 1939 [3].

Τα είδη του πλασμωδίου και οι τρόποι μετάδοσης:

Τα είδη των παρασίτων της ελονοσίας που μολύνουν τον άνθρωπο είναι τέσσερα: P. falciparum, P. vivax, P. ovale, P. malariae. Το 2008, το P. knowlesi αναγνωρίστηκε από τον ΠΟΥ (Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας) ως το πέμπτο υπεύθυνο είδος πλασμωδίου για την ελονοσία στους ανθρώπους (ζωονόσος), αν και φυσιολογικά προσβάλλει τα ζώα (πίθηκοι macaque).[2]

Ο κύριος τρόπος μετάδοσης της νόσου είναι με το τσίμπημα από ένα μολυσμένο θηλυκό κουνούπι του γένους των ανωφελών, το οποίο προηγουμένως είχε τσιμπήσει ένα άτομο με παρασιταιμία. Λιγότερο συχνοί τρόποι μετάδοσης είναι με: μετάγγιση μολυσμένου αίματος, μεταμόσχευση, μολυσμένες βελόνες και από τη μητέρα στο έμβρυο στη διάρκεια της εγκυμοσύνης [4].

 

Ο κύκλος ζωής του πλασμωδίου και ο χρόνος επώασης:

Ο κύκλος ζωής του πλασμωδίου ακολουθεί τρία διαφορετικά στάδια· Στάδιο Ι: μόλυνση του ατόμου με σποροζωίτες, Στάδιο ΙΙ (ασεξουαλική αναπαραγωγή): διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο ήπαρ και στο αίμα του ατόμου και Στάδιο ΙΙΙ (σεξουαλικός τρόπος αναπαραγωγής): ξεκινά στην αιματική κυκλοφορία του ατόμου και ολοκληρώνεται στον οργανισμό του κουνουπιού (Εικόνα 2).

Το θηλυκό ανωφελές κουνούπι εγχύει με το τσίμπημα τους μολυσματικούς σποροζωίτες του πλασμωδίου απευθείας στην κυκλοφορία του αίματος· μετά από 30- 60 λεπτά, οι σποροζωίτες εισβάλλουν στα ηπατοκύτταρα όπου αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται σχηματίζοντας τους μεροζωίτες (εξωερυθροκυτταρικό στάδιο). Οι μεροζωίτες απελευθερώνονται στην κυκλοφορία και διεισδύουν στα ερυθροκύτταρα, όπου εξελίσσονται σε τροφοζωίτες· στη συνέχεια, τα μολυσμένα ερυθροκύτταρα ρήγνυνται και εμφανίζεται παρασιταιμία.

Μερικά από τα πλασμώδια εντός των ερυθροκυττάρων μπορεί να διαφοροποιηθούν σε σεξουαλικά διαφοροποιημένες μορφές (γαμετοκύτταρα). Όταν αυτές οι μορφές μεταφερθούν με ένα τσίμπημα εντός του οργανισμού του κουνουπιού, ένας καινούριος κύκλος ζωής ξεκινά, αλλά αυτή τη φορά εντός του πεπτικού σωλήνα του τελευταίου· αυτή η διαδικασία καταλήγει στην ανάπτυξη σποροζωιτών που μεταναστεύουν στους σιελογόνους αδένες του κουνουπιού και μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο με το επόμενο τσίμπημα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, όσον αφορά τα πλασμώδια P. vivax και P. ovale, μερικοί σποροζωίτες αυτών μπορεί να μη διαιρεθούν άμεσα αλλά να παραμείνουν σε μια φάση ύπνωσης στο ήπαρ (υπνοζωίτες) · η ωρίμανση των υπνοζωιτών αυτών μετά από εβδομάδες ή και μήνες μπορεί να οδηγήσει σε ετεροχρονισμένη εμφάνιση της νόσου [1].

 


 

Περίοδος επώασης και μεταδοτικότητας της νόσου:

Ο χρόνος επώασης είναι το χρονικό διάστημα μεταξύ της έκθεσης στο λοιμογόνο παράγοντα και της εμφάνισης των εκδηλώσεων του νοσήματος. Στην ελονοσία, υποδεικνύει το χρονικό διάστημα μεταξύ της στιγμής που οι σποροζωίτες εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος του ανθρώπου και της στιγμής της ρήξης των μολυσμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αυτός ο χρόνος διαφέρει ανάλογα με το είδος του πλασμωδίου, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 2 που ακολουθεί [1].

Πίνακας 2: Χρόνος επώασης [1]

Είδος πλασμωδίου Χρόνος επώασης (σε ημέρες)
P. vivax 12- 17  ή και μέχρι 6- 12 μήνες
P. ovale 16- 18 ή και περισσότερο
P. malariae 18- 40 ή και περισσότερο
P. falciparum 9- 14

 

Τα κουνούπια μπορούν να μολυνθούν αν τραφούν στη διάρκεια της περιόδου στην οποία κυκλοφορούν γαμετοκύτταρα στην αιματική κυκλοφορία του ανθρώπου. Η διάρκεια αυτής της περιόδου ποικίLλει αρκετά, από εβδομάδες μέχρι και μήνες και εξαρτάται από την ενδημικότητα της περιοχής, το είδος του παρασίτου και την πιθανότητα το άτομο να έχει ήδη λάβει ανθελονοσιακή θεραπεία [3].

Βιβλιογραφία:

  1. David Warrell, Herbert Gilles, 2002, Essential Malariology 4th edition, Boston: Oxford University Press.
  2. [Ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), www.who.int
  3. Ιστοσελίδα του Αμερικανικού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων CDC, www.cdc.gov
  4. Ιστοσελίδα για την ελονοσία Malaria Site, www.malariasite.com
Μάρκα Ανδριανή, Ιατρός – ερευνήτρια του ΕΣΠΑ
Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

 

Tagged on: