Εθνικό δίκτυο μελέτης της μικροβιακής αντοχής (WhoNET Greece)

Η αυξανόμενη συχνότητα απομόνωσης ανθεκτικών στα αντιβιοτικά μικροοργανισμών από λοιμώξεις τόσο στα νοσοκομεία, όσο και στην κοινότητα αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, διότι ελαττώνει τις επιλογές για θεραπεία, αυξάνει τη θνητότητα, αυξάνει το χρόνο νοσηλείας και την ταλαιπωρία του ασθενούς (ψυχική & σωματική).

Η αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής απαιτεί πολιτικές δημόσιας υγείας, όπως είναι η επιτήρηση των επιδημιολογικών δεδομένων αυτής, η εκπόνηση στρατηγικών (εμπειρικής) φαρμακευτικής αγωγής και η εφαρμογή μέτρων ελέγχου διασποράς λοιμώξεων.

Στο πλαίσιο αυτό έχει αναπτυχθεί στη χώρα μας το εθνικό δίκτυο μελέτης της μικροβιακής αντοχής (WhoNET Greece), το οποίο αποτελεί ένα δίκτυο συνεχούς επιτήρησης και ανάλυσης της μικροβιακής αντοχής στα ελληνικά νοσοκομεία.

Το δίκτυο λειτουργεί ήδη από το 1995 και συντονίζεται από το τμήμα μικροβιακής αντοχής στο κεντρικού εργαστηρίου δημόσιας υγείας (ΚΕΔΥ), το οποίο λειτουργεί στην Βάρη στο πλαίσιο της σύμπραξης της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) και του Κέντρου Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ).

Σήμερα στο δίκτυο μετέχουν περίπου 50 νοσοκομεία-μέλη, ενώ τα δεδομένα του χρησιμοποιούνται και από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό σύστημα του ECDC (EARSS-NET).

Η λειτουργία του Δικτύου βασίζεται στο γεγονός πως τα αποτελέσματα των καλλιεργειών και των αντιβιογραμμάτων που γίνονται καθημερινά στο μικροβιολογικό εργαστήριο κάθε νοσοκομείου (δεδομένα ρουτίνας), αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα των επιπέδων αντοχής μέσα στο νοσοκομείο, συνεπώς η συλλογή και ανάλυσή τους μπορεί να δώσει πολύτιμα στοιχεία για την επιδημιολογία της αντοχής στην χώρα μας.

Δεδομένα που συλλέγονται από τα μικροβιολογικά εργαστήρια αφορούν στην καταγραφή και ανάλυση:

  • Των συχνότερα απομονούμενων μικροβίων στο νοσοκομείο
  • Των ποσοστών αντοχής αυτών στα διάφορα αντιβιοτικά
  • Των φαινοτύπων αντοχής αυτών στα αντιβιοτικά
  • Της συχνότητας εμφάνισης συνδυασμένης αντοχής στους χρησιμοποιούμενους συνδυασμούς αντιβιοτικών
  • Των αντιβιοτικών, στα οποία τα πολυανθεκτικά στελέχη εμφανίζουν ευαισθησία
  • Της τυχόν εμφάνισης αντοχής σε αντιβιοτικά που ως τώρα ήταν απόλυτα δραστικά
  • Της «υποκλινικής» αντοχής, η οποία συνήθως αποτελεί το πρώτο βήμα προς την κλινική αντοχή.

Η ποιότητα των δεδομένων που παρέχει κάθε νοσοκομείο ελέγχεται μέσω της συστηματικής συμμετοχής του μικροβιολογικού εργαστηρίου σε εξωτερικό ποιοτικό έλεγχο, η οποία οργανώνεται και αξιολογείται από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC).

Η ανάλυση της πληροφορίας που συλλέγεται δίνει τη δυνατότητα κατανόησης των τάσεων της αντοχής, εντοπισμού επιδημικών εξάρσεων, σχεδιασμού και αξιολόγησης της εθνικής πολιτικής χρήσης των αντιβιοτικών & ελέγχου διασποράς λοιμώξεων και ιεράρχησης των προτεραιοτήτων στην εφαρμογή γενετικών και μοριακών τεχνικών για τον εντοπισμό νέων μηχανισμών αντοχής.

Η αξιοποίηση των δεδομένων τόσο σε επίπεδο νοσοκομείου, όσο και σε εθνικό επίπεδο γίνεται κατά κύριο λόγο με τη χρήση του λογισμικού WhoNet, ενός ελεύθερα διαθέσιμου λογισμικού που δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε στο συνεργαζόμενο κέντρο μελέτης της μικροβιακής αντοχής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, στο πανεπιστήμιο Harvard της Βοστόνης των ΗΠΑ.

Παρακάτω παρατίθενται συγκεντρωτικοί πίνακες από αιμοκαλλιέργειες με δεδομένα του 2ου εξαμήνου του 2010.

Στον Πίνακα 1 βλέπουμε για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τη συχνότητα απομόνωσης από αιμοκαλλιέργειες των σημαντικότερων μικροοργανισμών ανά τύπο κλινικής.

Μεταξύ των Gram-αρνητικών βακτηριδίων που απομονώνονται από λοιμώξεις, το ενδιαφέρον εστιάζεται στα τρία βασικότερα πολυανθεκτικά Gram αρνητικά νοσοκομειακά παθογόνα (Klebsiella spp, Acinetobacter spp, Pseudomonas spp) που χαρακτηρίζονται από υψηλά ποσοστά αντοχής έναντι των καρβαπενεμών, αλλά και άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών πλην των β-λακταμικών (πίνακες 2,3,4,5). Η αντιμετώπιση λοιμώξεων από τα μικρόβια αυτά είναι ο στόχος του σχεδίου δράσης «ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗΣ».

Στα στελέχη K pneumoniae, η αντοχή στις καρβαπενέμες συνδυάζεται με παράλληλη αντοχή σε αμινογλυκοσίδες (εξαίρεση η γενταμυκίνη που εμφανίζει συγκριτικά πολύ μικρότερο ποσοστό αντοχής), κινολόνες και κοτριμοξαζόλη. Στα στελέχη P aeruginosa η αντοχή στις καρβαπενέμες συνδυάζεται επίσης με υψηλά ποσοστά αντοχής σε αμινογλυκοσίδες και κινολόνες. Τέλος, σε στελέχη A baumannii ανθεκτικά στις καρβαπενέμες, παρατηρούνται πολύ υψηλά ποσοστά αντοχής σε κινολόνες κοτριμοξαζόλη και αρκετά υψηλά σε αμινογλυκοσίδες (εξαίρεση η τομπραμυκίνη).

Τα δεδομένα του ελληνικού δικτύου μελέτης της μικροβιακής αντοχής είναι διαθέσιμα με τη μορφή πινάκων και γραφημάτων στην ιστοσελίδα του προγράμματος (http://www.mednet.gr/whonet).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μιχάλης Πολέμης & Κυριακή Τρυφινοπούλου, τμήμα νοσοκομειακών λοιμώξεων και μικροβιακής αντοχής, ΚΕΔΥ, ΚΕΕΛΠΝΟ